«Πρέπει οι Μαρωνίτες να πιστέψουν στον εαυτό τους, στο μέλλον και στην προοπτική της κοινότητάς τους»

0
465

Ιωσήφ Αναστασίου

«Πρέπει οι Μαρωνίτες να πιστέψουν στον εαυτό τους, στο μέλλον και στην προοπτική της κοινότητάς τους»

  • «Παρακολουθώ τον Εκπρόσωπο Γιαννάκη Μούσα ο οποίος θεωρώ έφερε μια φρέσκια αντίληψη στον χειρισμό των προβλημάτων της κοινότητας μας»
  • «Εάν θα έκανα μια παράκληση προς τους φίλους Μαρωνίτες, θα ήταν να κάνουν μια προσπάθεια να ενώσουμε δυνάμεις. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να είμαστε σε αντιπαράθεση μεταξύ μας»
  • «Η απόφαση των Τ/Κ για επιστροφή των Μαρωνιτών στα χωριά τους δεν πρέπει να αποσυνδέεται από τις γενικότερες εξελίξεις στο κυπριακό πρόβλημα»

Στο τελευταίο τεύχος της εφημερίδας “Ο Τύπος των Μαρωνιτών” και τη στήλη «Πρόσωπα» φιλοξενήθηκε συνέντευξη του Προέδρου του Συμβουλίου Διοίκησης της ΔΕΟΚ Ιωσήφ Αναστασίου, ο οποίος κατάγεται από την Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας και τον Κορμακίτη, ενώ είναι νυμφευμένος με την Αννίτα Λιάτσου από τον Ασώματο Κερύνειας. Αρχικά ο κ. Αναστασίου μιλά για την πορεία της ΔΕΟΚ και το έργο της στην Κύπρο σήμερα ως συνδικαλιστικό κίνημα αλλά και για την πλούσια δράση της σε διεθνές επίπεδο. Προβαίνει σε μία αναδρομή στην πορεία του ιδίου στα συλλογικά όργανα της οργάνωσης, μέχρι το 2017, όταν και εξελέγη στη θέση του Προέδρου του Συμβουλίου Διοίκησης. Ερωτηθείς για τα σημαντικότερα προβλήματα των εργαζομένων στην Κύπρο σήμερα, αναφέρεται σε αρκετά από αυτά μεταξύ των οποίων ο γενικός κατώτατος μισθός, η ανεργία ανάμεσα στους νέους, οι εργασιακές σχέσεις και η μη τήρηση των συλλογικών συμβάσεων από τους εργοδότες, τα εργατικά ατυχήματα και ο ψηφιακός μετασχηματισμός, τομέας στον οποίο η Κύπρος υστερεί, όπως λέει. Θυμάται τα καλοκαίρια που περνούσε στον Κορμακίτη κατά την παιδική του ηλικία και ως φυσιολάτρης, κάνει λόγο για τη μεγάλη αγάπη που τρέφει για τη μαγευτική φύση της Αγίας Μαρίνας Σκυλλούρας. Για τα σωματεία και τις οργανώσεις της Μαρωνιτικής Κοινότητας, ο κ. Αναστασίου λέει ότι θα ήταν ευχής έργο αν μπορέσει να δημιουργηθεί ένας ενιαίος πολιτιστικός φορέας που να αφορά όλους τους Μαρωνίτες, ενώ κλείνοντας τονίζει ότι το διακύβευμα αφορά το πως θα κρατηθεί σήμερα η Κοινότητα στη ζωή.

  1. Θα θέλαμε αρχικά να μας μιλήσετε για τη δράση και το έργο της ΔΕΟΚ στους κόλπους του συνδικαλιστικού κινήματος.

Η ΔΕΟΚ δημιουργήθηκε το 1962 από πρωτοπόρους συνδικαλιστές της τότε εποχής, τον Ιάκωβο Κατσουνωτό, τον Πέτρο Στυλιανού και με πολιτικό σύμμαχο τον Βάσο Λυσσαρίδη. Ουσιαστικά ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα εναλλακτικό συνδικαλιστικό κίνημα στις τότε πολιτικο-οικονομικές συνθήκες το οποίο να απαντά σε προκλήσεις και προβλήματα των εργαζομένων. Να μην ξεχνάμε ότι τότε είχαμε την περίοδο του ψυχρού πολέμου, είχε χωριστεί ο κόσμος σε δύο ιδεολογικο-πολιτικά μπλοκ και ουσιαστικά αυτή η κατάσταση πραγμάτων αντανακλούσε και στις κυπριακές πολιτικές εξελίξεις. Είχε διαμορφωθεί το πολιτικό σύστημα της Κύπρου στη βάση δύο αντιπαραθετικών λογικών στην ουσία. Άρα ο λόγος που δημιουργήθηκε η ΔΕΟΚ ήταν για να δώσει μιαν απάντηση πιο ανεξάρτητη για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε τότε η εργατική τάξη. Στην πορεία είχαμε να αντιμετωπίσουμε συνθήκες δύσκολες στο πολιτικό σκηνικό της Κύπρου με τις δικοινοτικές ταραχές και αργότερα με την ανωμαλία που προκλήθηκε στο εσωτερικό μέτωπο λόγω της ΕΟΚΑ Β’ και των τότε δεδομένων. Η ΔΕΟΚ πέρασε σε αδράνεια για τον λόγο ότι το διακύβευμα ήταν πλέον πολιτικό και έπρεπε να αντιμετωπιστούν κατά κύριο λόγο τα προβλήματα που προέκυπταν από τη δράση της ΕΟΚΑ Β’ και της δικτατορίας στην Ελλάδα. Το κίνημα επανιδρύεται το 1982, με πρωτοβουλία του τότε Σοσιαλιστικού Κόμματος της Κύπρου για να μπει σε νέα θεμέλια η ΔΕΟΚ. Στην πορεία καταξιώθηκε  ως μία από τις τρεις μεγάλες ομοσπονδίες της Κύπρου και διαδραματίζει από τότε τον διακριτό της ρόλο, συμμετέχοντας ενεργά σε όλα τα τριμερή σώματα. Είναι μέλος της Συνομοσπονδίας Εργατικών Συνδικάτων (ETUC) και της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Εργατικών Συνδικάτων (ITUC), συμμετέχει κάθε χρόνο στη διεθνή διάσκεψη του ILO, της διεθνούς διάσκεψης εργασίας που γίνεται στη Γενεύη, ενώ στην πορεία η ΔΕΟΚ έχει δημιουργήσει και άλλες συνδεόμενες οργανώσεις για να μπορεί να υποστηρίζει και άλλες κοινωνικές δράσεις, μέσα σε ένα ευρύτατο φάσμα το οποίο καλύπτει ολοκληρωμένα όλους τους στόχους της οργάνωσης σε σχέση με τη στήριξη των μελών της και των εργαζομένων. Πέραν τούτων, έχουμε ενεργό δράση και σε άλλα επίπεδα όπως το θέμα της κατάρτισης των εργαζομένων με δικό μας αντιπρόσωπο στο Δ.Σ. της ΑνΑΔ και στο Κέντρο Παραγωγικότητας, στην πολιτική ζωή του τόπου με παρεμβάσεις σε όλα τα επίπεδα κτλ. Μπορεί να υπάρχει μία παρεξήγηση στην Κύπρο ότι τα συνδικάτα και κυρίως οι ομοσπονδίες ασχολούνται μόνο με τις συλλογικές συμβάσεις και τα ωφελήματα των εργαζομένων. Αυτό είναι ένα μεγάλο λάθος. Οι συντεχνίες ασχολούνται με το εκπαιδευτικό σύστημα, με την κλιματική αλλαγή αλλά και με το εθνικό μας πρόβλημα. Η ΔΕΟΚ συμμετέχει στο πανσυνδικαλιστικό φόρουμ μαζί με τις υπόλοιπες οργανώσεις και εκεί συμμετέχουν και τα Τουρκοκυπριακά συνδικάτα. Έχουμε κάνει πάρα πολλές συναντήσεις για αυτό το θέμα και μακάρι και τα πολιτικά κόμματα να υιοθετούσαν τις πολύ προοδευτικές θέσεις αυτής της πανσυνδικαλιστικής πλατφόρμας.

  1. Πόσα μέλη αριθμεί η ΔΕΟΚ σήμερα;

Η ΔΕΟΚ αριθμεί γύρω στα 9.500 μέλη. Έχει επηρεαστεί κάπως η οργανωτικότητα της ομοσπονδίας από την οικονομική κρίση, κατά κύριο λόγο στον κατασκευαστικό τομέα. Δραστηριοποιούνται στους κόλπους της τέσσερις μεγάλες συντεχνίες, η συντεχνία των κυβερνητικών και δημοτικών εργατών, των εμπορικών-βιομηχανικών, των ξενοδοχο-υπαλλήλων και των οικοδόμων-ξυλουργών.

  1. Πότε αναλάβατε ως Πρόεδρος του Συμβουλίου Διοίκησης, πως προέκυψε η ΔΕΟΚ για σας και ποια είναι ακριβώς τα καθήκοντά σας;

Η ΔΕΟΚ προέκυψε λόγω της ιδεολογικο-πολιτικής συγγένειας. Παραδοσιακά ανήκα στον σοσιαλιστικό χώρο και ένεκα του γεγονότος ότι είχα σπουδάσει πολιτικές επιστήμες επιθυμούσα να ασχοληθώ με ένα επάγγελμα το οποίο να είναι πιο κοντά στον κλάδο μου. Το 1996 εντάχθηκα στο στελεχιακό δυναμικό της οργάνωσης και πολύ σύντομα, το 2002, ανέλαβα τον ρόλο του γραμματέα της συντεχνίας των κυβερνητικών και δημοτικών εργατών. Το 2005 εκλέγηκα στην εκτελεστική γραμματεία της οργάνωσης που αποτελεί ουσιαστικά το ανώτατο διοικητικό όργανο της ΔΕΟΚ και το 2009 εκλέγηκα στη θέση του αναπληρωτή γενικού γραμματέα. Το 2017, εκλέγηκα στη θέση του Πρόεδρου του Συμβουλίου Διοίκησης της οργάνωσης. Θα έλεγα ότι στην πορεία της συνδικαλιστικής μου δράσης συμμετείχα σε πάρα πολλά επίπεδα, μεταξύ άλλων ως Πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Ισότητας Κύπρου και του Κέντρου Ερευνών της οργάνωσης, δραστηριοποιήθηκα ενεργά στον τομέα της κοινωνικής και πολιτικής πρόνοιας στα θέματα που αφορούν τα δικαιώματα των καταναλωτών, ενώ εκπροσώπησα την οργάνωση σε πάρα πολλά συνέδρια και ημερίδες που έγιναν στο εξωτερικό.

  1. Ποια είναι τα κύρια αιτήματα των εργαζομένων στην Κύπρο σήμερα και πως αυτά προωθούνται από τη ΔΕΟΚ;

Η αγορά εργασίας στην Κύπρο την τελαυταία δεκαετία έχει αλλάξει μετά από την ένταξη μας στην Ε.Ε. και την ελεύθερη διακίνηση εργαζομένων. Το συνδικαλιστικό κίνημα της Κύπρου παραδοσιακά είχε οργανωθεί σε κλάδους όπως ήταν η βιομηχανία και οι οικοδομές. Η σύνθεση της οικονομίας είχει μετατραπεί άρδην και το κυρίαρχο πρότυπο ανάπτυξης είναι κατά κύριο λόγο οι υπηρεσίες. Επίσης, η ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων έχει διαφοροποιήσει κατά πολύ τα δεδομένα. Το συνδικαλιστικό κίνημα λειτουργούσε προηγουμένως σε μία κλειστή οικονομία, οι συλλογικές συμβάσεις ήταν πολύ ισχυρές, η οργανωτική πυκνότητα έφτανε το 80%. Τα τελευταία χρόνια έχει χρησιμοποιηθεί κατά πολύ το ξένο εργατικό δυναμικό, κατά κύριο λόγο οι κοινοτικοί, σαν μηχανισμός απορρύθμισης του συστήματος εργασιακών σχέσεων. Επομένως το βασικό μοντέλο εργασιακών σχέσεων που βασίζεται στον κώδικα βιομηχανικών σχέσεων είναι πλέον ξεπερασμένο. Σε μεγάλο βαθμό οι εργοδότες δεν τηρούν τα συμφωνηθέντα και βεβαίως αντιμετωπίζουμε και μεγάλο πρόβλημα με τις κοινωνικές ανισότητες. Δηλαδή πλέον η Κύπρος είναι μεταξύ των χωρών με υψηλό ποσοστό στις κοινωνικές ανισότητες. Άρα, το πρώτο θέμα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι η επαναρύθμιση του συστήματος εργασιακών σχέσεων στη βάση της λογικής ότι θα πρέπει να αποκτήσει νομικά εργαλεία ώστε οι συλλογικές συμβάσεις να εφαρμόζονται από όλους τους εργοδότες. Τις κοινωνικές ανισότητες θα πρέπει να τις χειριστούμε με θεσμικές παρεμβάσεις κοινωνικού χαρακτήρα όπως είναι η υιοθέτηση γενικού κατώτατου μισθού, ένα αίτημα που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση και πολύ σύντομα αναμένουμε ότι θα ξεκινήσει ο κοινωνικός διάλογος. Ενδεικτικά να αναφέρω ότι το θέμα του γενικού κατώτατου μισθού απασχολεί και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και τα ευρωπαϊκά συνδικάτα. Ο Πρόεδρος Γιούνκερ είχε δηλώσει πριν μερικούς μήνες ότι θα πρέπει να προχωρήσουμε στην υιοθέτηση μιας φόρμουλας ώστε να καθορίζεται ένας αξιοπρεπής κατώτατος μισθός σε όλα τα κράτη-μέλη. Η προσέγγιση είναι ότι θα πρέπει ο γενικός κατώτατος μισθός να βρίσκεται περίπου στο 60% του διάμεσου εθνικού μισθού, ένα αίτημα το οποίο αποτελεί διαχρονική διεκδίκηση για τη ΔΕΟΚ. Εάν θα υιοθετούσαμε αυτή την προσέγγιση με βάση τον μέσο μισθό που υπάρχει στην Κύπρο, τότε θα είχαμε ένα κατώτατο μισθό γύρω στα 1333 ευρώ. Ασφαλώς θα γίνει διάλογος ώστε να βρούμε τη χρυσή τομή. Τα άλλα σημαντικά θέματα που μας απασχολούν είναι η ασφάλεια και η υγεία στην εργασία, τα εργατικά ατυχήματα των οποίων ο δείκτης συχνότητας έχει αυξηθεί σε ποσοστό 36% τα τελευταία χρόνια και αυτό θα πρέπει να μας ανησυχήσει ιδιαίτερα. Έχουμε υποβάλει συγκεκριμένες εισηγήσεις προς την κυβέρνηση. Επίσης, η απασχόληση των νέων, η ανεργία αλλά και η απασχόληση ευρύτερα. Εκτός από τον δείκτη ανεργίας που σήμερα είναι στο 17%, υπάρχει και σοβαρό πρόβλημα με την ποιότητα της απασχόλησης των νέων. Γύρω στο 25% του εργατικού δυναμικού έχει εισόδημα σήμερα κάτω από χίλια ευρώ και κατά κύριο λόγο αποτελείται από νέους ανθρώπους. Επίσης, ένα μεγάλο ποσοστό των νέων μας ετεροαπασχολούνται, δηλαδή εργοδοτούνται σε επαγγέλματα ή σε κλάδους της οικονομίας που καμία σχέση έχουν με τις σπουδές τους. Υπάρχει και ένα μεγάλο ποσοστό νέων στην μερική απασχόληση ή στην εκούσια απασχόληση. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ευρώπης κατά τον Γιούνκερ δεν είναι το Μπρέξιτ αλλά η ανεργία των νέων. Βεβαίως υπάρχουν και θέματα που μας απασχολούν σε σχέση με τις κλιματικές αλλαγές, αφού θα επηρεαστούν σημαντικά και οι θέσεις απασχόλησης από τις αλλαγές αυτές. Σοβαρό θέμα το οποίο μας απασχολεί είναι οι νέες τεχνολογικές εξελίξεις και η ανάγκη να προετοιμάσουμε τους εργαζόμενους για να μεταβούν στο νέο οικονομικό περιβάλλον. Πολύ σύντομα θα μιλάμε πλέον για εργαζόμενους σε ψηφιακές πλατφόρμες και για θέσεις εργασίας που θα επηρεαστούν από τα ρομπότ. Το ILO φέτος, στο πλαίσιο των εορτασμών του για τα εκατό χρόνια, επέλεξε ως θέμα το μέλλον της εργασίας. Αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Είναι κάτι που απασχολεί έντονα τα συνδικάτα στην Ευρώπη και σύντομα θα μας απασχολήσει και εμάς εδώ στην Κύπρο. Θα πρέπει να κάνουμε πολύ τολμηρά βήματα σε αυτόν τον τομέα διότι υστερούμε στα θέματα που αφορούν τον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας. Ελπίζουμε οι πρωτοβουλίες του ΠτΔ για δημιιουργία Υφυπουργείου Ψηφιακού Μετασχηματισμού να πάρουν σάρκα και οστά.

  1. Ποια είναι η σχέση ΔΕΟΚ και ΕΔΕΚ; Υπάρχει κοινή γραμμή στα διάφορα θέματα;

Ασφαλώς όχι. Είναι δύο ξεχωριστές οντότητες. Η ΔΕΟΚ συμμετέχει στην Ομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, όπου απαράβατος όρος είναι τα συνδικάτα-μέλη απαγορεύεται να συμμετέχουν ενεργά σε κόμματα ή να αποτελούν παραρτήματα κομμάτων. Ασφαλώς η ιδεολογική συγγένεια υπάρχει. Το λέει και το κατασταστικό μας ότι είμαστε σοσιαλιστική συνδικαλιστική ομοσπονδία και αυτό δεν αμφισβητείται. Δεν συμφωνούμε πάντα γιατί η οπτική ενός κόμματος πολλές φορές είναι διαφορετική από αυτήν ενός συνδικάτου. Και πολλές φορές μπορεί να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Η ΔΕΟΚ δημιουργήθηκε πριν από την ΕΔΕΚ αλλά δεν θα έλεγα ότι ήταν μήτρα που γέννησε το σοσιαλιστικό κίνημα της Κύπρου για τον λόγο ότι υπήρχαν ήδη πρωτοβουλίες για δημιουργία της ΕΔΕΚ αμέσως μετά τον παγκόσμιο πόλεμο και πριν από την ανεξαρτησία της Κύπρου. Εν ολίγοις όμως, το κόμμα και η οργάνωση μας ακολουθούν τις δικές τους πορείες και κατευθύνσεις. Δεν έχω ζήσει όλα αυτά τα χρόνια καμία παρέμβαση από την ΕΔΕΚ προς τη ΔΕΟΚ όσον αφορά τις πολιτικές που ακολουθεί.

  1. Υπάρχουν άλλοι Μαρωνίτες-μέλη της ΔΕΟΚ;

Έχουμε αρκετά μέλη σε όλες τις κλαδικές και αυτό είναι ευχάριστο. Διατηρούμε μία εξαιρετική σχέση όπως και με όλα τα μέλη της οργάνωσης. Δίνουμε ευκαιρίες σε όλους τους εργαζόμενους να συμμετέχουν στα θεσμικά μας όργανα, όπου έχουν την ευκαιρία να συμμετέχουν και στον προγραμματισμό της οργάνωσης αλλά στις δράσεις της.

  1. Είχατε εμπλακεί στη διάρκεια της πολυετούς πορείας σας στα διάφορα οργανωμένα σύνολα ή τα σωματεία της Μαρωνιτικής Κοινότητας;

Δεν είχα ουσιαστική εμπλοκή σε σωματεία. Σκόπιμα κράτησα κάποια απόσταση γιατί ξέρετε έχω ένα πρόβλημα. Υπάρχει ένα δομικό πρόβλημα μέσα στην κοινότητα το οποίο δημιουργεί αχρείαστες αντιπαραθέσεις. Ίσως να είναι ελάχιστες οι περίοδοι που στα σωματεία μας υπήρχε η απαραίτητη ενότητα και αρμονία. Πάντοτε υπήρχαν αντιπαραθετικές λογικές που βασίζονταν δυστυχώς σε προσωπικά συμφέροντα και στρατηγικές. Και αυτό είναι ένα θέμα το οποίο θα πρέπει να προσέξουμε πάρα πολύ σαν κοινότητα. Δεν έχει καταφέρει ακόμα η κοινότητα μας να δημιουργήσει έναν ενιαίο φορέα, πολιτιστικό θα έλεγα, που να εκφράζει και να εκπροσωπεί όλη την κοινότητα. Και αυτό είναι ένα σοβαρό έλλειμμα για μία κοινότητα η οποία αντιμετωπίζει μεγάλες προκλήσεις, προβλήματα και σε ένα περιβάλλον με καθαρά ελληνικά πρότυπα. Το πρόβλημα της αφομοίωσης είναι ενώπιον μας και η ενσωμάτωση έχει γίνει εδώ και δεκαετίες. Αυτό είναι το φυσικό επακόλουθο για μία κοινότητα η οποία ζει σε μία κοινωνία που κυριαρχεί το ελληνικό στοιχείο. Δεν έχουμε διεκδικήσει αυτά που δικαιούμαστε σαν κοινότητα. Για πολλές δεκαετίες η Μαρωνιτική Κοινότητα ήταν στο περιθώριο της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής της Κύπρου, παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει κάποια βήματα προόδου. Αυτό το έχουμε βιώσει από την παιδική μας ηλικία. Δεν θυμάμαι για παράδειγμα όταν ήμουν μαθητής γυμνασίου να γίνεται έστω και μία αναφορά στη Μαρωνιτική Κοινότητα στο μάθημα της ιστορίας. Παρά τα βήματα που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα προβλήματα. Δεν επιτρέπεται για παράδειγμα σε ένα κοσμικό κράτος να εκκλησιάζονται μέχρι σήμερα οι μαθητές στα σχολεία ή να γίνεται πρωινή προσευχή. Αυτό είναι απαράδεκτο. Μιλούμε για ένα πολυπολιτισμικό σύστημα, μία κοινωνία που είναι ανοιχτή σε ευρύτερα πολιτιστικά και κοινωνικά ρεύματα, που πρέπει να σέβεται τη διαφορετικότητα. Στα σχολεία μας πλέον, δεν φοιτούν μόνο παιδιά των μειονοτήτων αλλά και παιδιά από άλλες χώρες. Έχει κάθε δικαίωμα η Εκκλησία της Κύπρου αν το επιθυμεί να λειτουργήσει δικά της χριστιανο-ορθόδοξα σχολεία, αλλά δεν είναι δυνατό να επιτρέπονται αυτά σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο οφείλει να αγκαλιάζει όλα τα παιδιά της Κύπρου.

  1. Επισκεφτήκατε την Αγία Μαρίνα πρόσφατα; Πως ήταν η εμπειρία σας;

Επισκέπτομαι κατά καιρούς την Αγία Μαρίνα. Είμαι φυσιολάτρης. Περπατώ στους κάμπους της συχνά πυκνά. Είμαι παθιασμένος με την Αγία Μαρίνα, αγαπώ και τον Κορμακίτη γιατί η μητέρα μου κατάγεται από εκεί. Όταν ήμουν μικρός τα καλοκαίρια τα περνούσα στον πανέμορφο Κορμακίτη. Προκαλεί θλίψη η κατάσταση στην Αγία Μαρίνα αλλά και το γεγονός ότι προσπαθούν να αλλοιώσουν και τον πολιτιστικό χαρακτήρα. Στο μέσο του χωριού υπάρχει ένα τεράστιο τζαμί. Βέβαια, αυτό είναι στη γενικότερη προσπάθεια της Άγκυρας να εξισλαμίσει τους Τ/Κ και να δημιουργήσει ένα νέο πολιτιστικό πλαίσιο το οποίο να οδηγεί στον εκτουρκισμό. Έχει γίνει μια καλή προσπάθεια τα τελευταία χρόνια με την ανπαλαίωση της εκκλησίας, γίνονται κάποιοι εκκλησιασμοί, αλλά δεν παύει το χωριό να είναι κατεστραμμένο και μη κατοικήσιμο. Διότι ξέρετε τα χωριά είναι ο κόσμος. Και όταν λείπει η Μαρινιώτικη ψυχή από το χωριό, τότε είναι μια έρημος.

  1. Σε σχέση με την απόφαση των Τ/Κ αρχών για επιστροφή των Μαρωνιτών πριν δύο χρόνια, θεωρείτε ότι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είναι εύκολη η επανεγκατάσταση στην Αγία Μαρίνα;

Δεν θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής η απόφαση αυτή. Οι Τ/Κ και η Άγκυρα στόχευαν με αυτή την πολιτική, περισσότερο στην εδραίωση της διχοτόμησης παρά στην υποβοήθηση της διαδικασίας της επίλυσης του κυπριακού. Ουσιαστικά δηλαδή στόχευε στο να χειριστούν με έναν τρόπο πολιτικό το ζήτημα της Κοινότητας των Μαρωνιτών και ασφαλώς, πολύ πιθανό και της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου και με τον τρόπο αυτό προσπαθούσαν να περάσουν πολιτικά μηνύματα. Ότι το κυπριακό δεν μπορεί πλέον να επιλυθεί και οι Τ/Κ προχωρούν στα δικά τους μέτρα, λαμβάνοντας πολιτικές αποφάσεις για την Αμμόχωστο και για τους Μαρωνίτες. Από εκεί και πέρα, εάν οι Τ/Κ προχωρήσουν σε αυτή τη διαδικασία και δώσουν το δικαίωμα στους κατοίκους των Μαρωνίτικων χωριών συμπεριλαμβανομένης και της Αγίας Μαρίνας να επιστρέψουν πίσω, πιστεύω ότι τίθενται πάρα πολλά άλλα ζητήματα όπως το περιουσιακό, θέματα ασφάλειας τα οποία θα πρέπει να επιλυθούν προηγουμένως και δεν είναι εύκολο το εγχείρημα. Εν πάση περιπτώση, δεν πρέπει να αποσυνδέονται αυτά τα ζητήματα από τις γενικότερες εξελίξεις στο κυπριακό πρόβλημα. Και αυτό που πρέπει να προτάσσουμε είναι την επίλυση του κυπριακού με βάση το διεθνές δίκαιο. Και όταν λέω το διεθνές δίκαιο εννοώ όλες τις παραμέτρους που έχουν συμφωνηθεί τα τελευταία χρόνια και από τις δύο πλευρές και καθορίζονται από το πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών. Μιλάμε για διζωνική ομοσπονδία, με μια λύση βιώσιμη και λειτουργική. Πολύ φοβάμαι ότι με τον αναθεωρητισμό της Άγκυρας και με τη λογική που κυριαρχεί στο κατεστημένο Ερντογάν, είναι πολύ δύσκολο να συζητήσουμε μία λύση πάνω σε αυτή τη βάση. Έχει προγραμματιστεί για παράδειγμα η τριμερής συνάντηση και οι Τούρκοι, χωρίς να δίνουν ουσιαστικά οποιαδήποτε ένδειξη για τα θέματα των εγγυήσεων και της ασφάλειας, σχεδόν διεκδικούν από τώρα τα πάντα. Και στο θέμα που αφορά την πολιτική ισότητα και τη συμμετοχή των Τ/Κ σε όλα τα κέντρα λήψης αποφάσεων και στα θεσμικά όργανα του κράτους, αλλά και στον χαρακτήρα της λύσης. Είναι η πρώτη φορά πλέον που έρχονται και βάζουν στο τραπέζι αλλαγή της φιλοσοφίας της βάσης της λύσης του κυπριακού προβλήματος. Ουσιαστικά δηλαδή συζητούν πλέον για λύση συνομοσπονδίας ή δύο κρατών. Θεωρώ ότι είναι πολύ ανησυχητικές αυτές οι εξελίξεις, είναι προφανές ότι η Άγκυρα δεν επιθυμεί λύση εκτός και αν μετατραπεί μέσα από αυτήν τη λύση η Κύπρος σε προτεκτοράτο της. Αυτή είναι η δική μου εκτίμηση. Τώρα σαν Μαρωνίτες, μακάρι να υπάρξει θετική εξέλιξη προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά έχω σοβαρές επιφυλάξεις και αμφιβολίες.

  1. Υπάρχουν επαφές ή συνεργασία με την ηγεσία των Μαρωνιτών, τον Εκπρόσωπο ή τον Αρχιεπίσκοπο τους;

Παρακολουθώ τον Εκπρόσωπο, εκτιμώ ιδιαίτερα τις προσπάθειες που καταβάλλει για τη Μαρωνιτική Κοινότητα. Θεωρώ ότι έφερε μία φρέσκια αντίληψη στον χειρισμό των προβλημάτων της κοινότητας μας. Ασφαλώς με τον Γιαννάκη Μούσα γνωριζόμαστε εδώ και χρόνια, κατά καιρούς συζητούμε τα θέματα της κοινότητας. Εις ότι αφορά τον Αρχιεπίσκοπο, δεν θα έλεγα ότι διατηρούμε στενές σχέσεις αλλά και με αυτόν είχαμε την ευκαιρία να ανταλλάξουμε απόψεις σε ορισμένες περιπτώσεις στο παρελθόν. Έχει και ο Αρχιεπίσκοπος να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε μία κοινότητα που έχει τα δικά της προβλήματα.

  1. Ένα τελικό μήνυμα προς τους αναγνώστες της εφημερίδας μας.

Εάν θα έκανα μια παράκληση προς τους φίλους Μαρωνίτες, θα ήταν να κάνουν μια προσπάθεια να ενώσουμε δυνάμεις. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να είμαστε σε αντιπαράθεση μεταξύ μας. Και αυτό το διαπιστώνω. Είναι καλός ο τοπικισμός, είναι καλό να αγαπά ο καθένας τον τόπο που γεννήθηκε, που μεγάλωσε, να αγαπά τις ρίζες του. Αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι πως θα κρατηθούμε σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες σαν κοινότητα. Αυτό που μας κράτησε εδώ και αιώνες ήταν η πίστη ουσιαστικά και το συνεκτικό στοιχείο που ενώνει τους Μαρωνίτες, που είναι το δόγμα το οποίο υπηρετούν. Και πρέπει να γίνει προσπάθεια ανεξάρτητα από τις εξελίξεις που μπορεί να υπάρξουν στο κυπριακό. Είναι πολύ λυπηρό το ότι χάσαμε τα εδάφη μας αλλά η πίστη είναι μέσα στις ψυχές μας. Και πρέπει να προσπαθήσουμε αυτή την πίστη και αυτά τα στοιχεία που είναι μέσα στη Μαρωνίτικη κουλτούρα να τα περάσουμε στη νέα γενιά και να τα κρατήσουμε ζωντανά. Αυτό είναι το πιο σημαντικό και αυτό είναι το μεγάλο διακύβευμα για την κοινότητα μας. Πρέπει οι Μαρωνίτες να πιστέψουν κατ’ αρχήν στον εαυτό τους, να πιστέψουν στο μέλλον, να πιστέψουν στην προοπτική της κοινότητάς τους. Βλέπω για παράδειγμα κοινότητες που έχουν χάσει τα εδάφη του εδώ και χρόνια, όπως είναι οι Πόντιοι που με σωρεία πολιτιστικών συλλόγω κρατούν ακόμα την κουλτούρα τους ζωντανή.

 

- Advertisement -