«Άμα δεν επιμένουμε να πάμε στα σπίδκια μας εμείς οι ίδιοι, ποιος εν να επιμένει»;

0
1634

Η συγκλονιστική μαρτυρία του αείμνηστου Γιώργου Ταννούση στον Τύπο των Μαρωνιτών τον Δεκέμβριο του 2014.

Διαβάζοντας το καινούργιο βιβλίο που κρατούσα στα χέρια μου με τίτλο «η Γη που με ανάγιωσε» με συγγραφέα τον Γιώργο Ταννούση (Καμηλάρη), στάθηκα στους πανέμορφους και γεμάτους νόημα και αισθήματα στίχους του ομώνυμου ποιήματος. Και ευθύς μου γεννήθηκε η απορία: Σε πoια γη αναφέρεται ο συγγραφέας; Στη γη της Αγίας Μαρίνας ή στη γη της Πέτρας; Η απορία παρέμεινε μέσα μου μέχρι τη μέρα που ο κύριος Γιώργος και η σύζυγος του Γιαννούλα, μας υποδέχτηκαν με χαρά στο σπίτι τους. Και τότε η κάθετη απάντηση του, χωρίς κανένα ενδοιασμό, με εξέπληξε προκαλώντας τον θαυμασμό για τον άνθρωπο που είχα μπροστά μου. «Η γη αυτή» είπε ο κύριος Γιώργος «είναι η γη της Κύπρου μας, που μιαν άκρην ως άλλην. Διότι όπου επήγαινα με τα φορτηγά, ήταν γη δική μου». Η κουβέντα με τον Γιώργο Ταννούση, ήταν μια μαρτυρία των παιδικών του χρόνων στα δύο χωριά που αγάπησε περισσότερο, την Αγία Μαρίνα και την Πέτρα, αλλά και των δύσκολων χρόνων που ακολούθησαν στην προσφυγιά. Το βλέμμα του, η οξύτητα της σκέψης, ακόμη και σήμερα που περνά μια περίοδο δύσκολη για την υγεία του, προδίδουν ένα άνθρωπο με αρχές και αξίες, αλλά και με στόχους σε όλη του τη ζωή. Η δε «Μαρινιωτού» που μας τραγούδησε τελειώνοντας τη συνέντευξη, με δάκρυα στα μάτια ήταν για μας όλα τα λεφτά!

Ερ. Kύριε Γιώργο, κατάγεστε από την Αγία Μαρίνα Σκυλλούρας αλλά γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στην Πέτρα. Πως έγινε αυτό;

Να σας πω. Έφυγαν οι γονείς μου το 1937 από την Αγία Μαρίνα και επήγαν στην Πέτρα και να σας πω και γιατί. Ο μακαρίτης ο πατέρας μου ασχολείτο με την γεωργία στην Αγία Μαρίνα και για πολλά χρόνια τότε, είχαν αστοχιές. Έσπερναν και δεν θέριζαν. Δεν κέρδιζαν τίποτε σχεδόν. Ο πατέρας μου είχε πέντε παιδιά τότε να θρέψει και η ζωή ήταν πολλά δύσκολη. Έπρεπε να δουλέψει. Η Πέτρα ήταν το πέρασμα του τότε που περνούσε και πήγαινε πάνω στην Πιτσιλιά να πάρει άχυρο με τις Καμήλες, είχεν καμήλες ξέρετε ο πατέρας μου, εξ’ ου και το παρατσούκλι Καμηλάρης που έχουμε στην οικογένεια. Από όπου περνούσε στο δρόμο γνώριζε πολύ κόσμο και είδε ότι στην Πέτρα ειδικά είχε πολλήν ζωήν. Είχεν πολλά νερά τρεχάτα, ποταμοί από την Κακοπετριά προς τα κάτω, είχαν πολλές διατρήσεις και γενικά οι συνθήκες ήταν καλύτερες για να ζήσει κάποιος. Έτσι αποφάσισε να πάει εκεί με την οικογένεια του, για πεντ’ έξι μήνες αρχικά για να δει πως θα πήγαιναν τα πράγματα και μετά να επιστρέψει στην Αγία Μαρίνα. Έπιασεν τη μάνα μου και τα πέντε παιδιά τους μέχρι τότε και επήγε στην Πέτρα όπου άρχισε δουλειά με το ζευκάριν και τις καμήλες. Τούτον ήταν. Που τότες έμεινεν εκεί πλέον, διότι εκεί είχεν πολλές δουλειές και δεν τον αφήνναν να φύγει.

Ερ. Όταν φύγατε δηλαδή για την Πέτρα εσείς ήσασταν αγέννητος ενώ πέντε από τα αδέρφια σας ήταν ήδη γεννημένα.

Ναι. Εγώ είμαι το έβδομο παιδί της οικογένειας. Είμαστε εννιά αδέρφια και εγώ γεννήθηκα το 1941, τον Οκτώβρην. Στην Πέτρα εγγεννήθην πρώτα ο Ηλίας , ύστερα εγώ, ύστερα η Βαρβάρα και τελευταίος ο Αντωνάκης. Εμεγαλώσαμεν στην Πέτρα, πήγαμεν δημοτικό τζικάτω. Οι άλλοι πέντε, ο Ιωσήφης, η μακαρίτισσα η Μαριάννα, η Μαρί, ο Τζιοβάννης τζιαι η Σοφία, είναι γεννημένοι στην Αγία Μαρίνα.

Ερ. Πόσο τακτικά επηγαίνατε στην Αγία Μαρίνα και πόση ώρα σας έπαιρνε για να πάτε;

Κάθε οκτώ, κάθε δεκαπέντε μέρες επηγαίναμεν. Και οπωσδήποτε πάντα τις γιορτές. Πάσχα, Λαμπρή, Χριστούγεννα, του Προφήτη Ηλία, της Αγίας Μαρίνας. Τρεις ώρες περίπου με τα γαδούρκα ερχόμασταν στην Αγία Μαρίνα. Εκατεβαίναμεν στη Ζώδια, και από εκεί Μάσαρι, Φιλιά και φτάνναμεν στο χωρκόν. Μετά ο αδερφός μου ο μεγάλος ο Γιαννής έπιασεν φορτηγόν και μας έφερνεν πιο συχνά και πιο εύκολα στο χωρκόν. Εγώ ετέλειωσα το δημοτικόν στην Πέτρα και μετά ήρτα ένα χρόνο δουλειά στο Λήδρα Πάλας γκαρσόνι το 1957. Εδούλευκεν ο αδερφός μου ο Ιωσήφης εκεί και επήρεν με μαζίν του. Ήθελα να πάω σχολείο στο γυμνάσιο του Συλβέστρου στου Μόρφου αλλά ο πατέρας μου ήθελε βοήθεια τζιαι έτσι δεν επήα. Έπιαννα τότες 15 λίρες το μήνα τζιαι έτρωα, έπιννα τζιαι έππεφτα στο ξενοδοχείο. Ήταν καλά ρυάλια τότε το 57 αλλά η δουλειά δεν μου άρεσεν εμένα. Εγώ ήμουν μαθημένος του έξω τζαι της γης, εν εμπορούσα. Έτσι στον χρόνο έδωσα την παραίτηση μου τζαι εστράφηκα στην Πέτρα.

Ερ. Τι έκαμες μετά; Με τι ασχολήθηκες;

Ο πατέρας μου τότε εκάθετουν σε ένα σπίτι με ενοίκιο, ήταν τσιφλίκι. Επλήρωνεν ο γέρος τρεις λίρες ενοίκιον τον μήνα. Τζιμέσα εμείναμεν μέχρι που εφύαμεν στον πόλεμο το 1974. Ο Τούρκος που είχεν το τσιφλίκι, ο Αλήμπεης, είχεν ελαιοτριβείον τζαι αλευρόμυλον. Με τους γιούδες του είμαστεν σαν τα αδέρφκια ως τωρά. Εδούλεψα κοντά του που το 1957 ως το 1961. Το 1961 όταν έβγαλα άδεια του φορτηγού, δεν μου εσύμφερεν να μείνω πκιον κοντά του. Διότι έπκιαννα που τες 30 ως τες 45 λίρες τον μήνα κοντά του. Μετά είπα του φιλικά «μάστρε εν να φύω διότι δεν μου συμφέρει». Εγώ εθώρουν τα κοπέλια τους αρφούες μου επκιάνναν τόσα ρυάλια με τα φορτηγά, έθελα τζαι γω να πάω στα φορτηγά. «Εντάξει» είπεν μου «να πάεις». Εδούλεψα που λέτε κοντά του ως το 1961 τζαι μετά έβγαλα άδειαν του φορτηγού. Ο γέρος εν τω μεταξύ τo 1960 επέθανεν, η Βαρβάρα τζαι ο Αντωνάκης ήταν μικροί, η Σοφία ανύπαντρη, η μάνα μου έθελεν βοήθεια. Οπόταν έπρεπε κάτι να κάμνω να πκιάννω κάτι παραπάνω. Αποφάσισα τζαι έπκιασα δικό μου φορτηγό καινούργιο, BW500, το 1962. Τζαι μετά άρχισα δουλειά. Το 1963 εχαρτώθηκα την Γιαννούλα. Εχτίσαμεν το σπίτι μας στο χωρκόν τζαι επαντρεφτήκαμεν το 1965. Το 1965 επουλιέτουν έναν ελαιοτριβείον στην Πέτραν, τζαι επειδή έξερα την δουλειάν, εγόρασα το δκυόμισι χιλιάδες λίρες. Έκαμα του ανακαίνιση διότι έθελεν πολλα σάσματα. Ήρταν θυμούμαι που το Υπουργείον Εργασίας τζαι που το Υπουργείον Εμπορίου τότε τζαι επιθεωρήσαν τα. Εδώκαν μου τζαι κάρταν που το Υπουργείον Εμπορίου και Βιομηχανίας, έχω την ακόμα ως σήμερα, εφερα την μαζίν μου, που έγραφεν «συγχαρητήρια κύριε Ταννούση».

Ερ. Οπόταν από υπάλληλος στο ελαιοτριβείον, τώρα ήσουν μάστρος!

Μάλιστα. Εφέρναν μας ελιές που ούλην την περιοχήν. Εδουλεύκαμεν νύχταν τζαι μέραν, δύο βάρδιες. Μόλις έμαθεν ο κόσμος ότι έπιασα το ελαιοτριβείον εγώ, έντζαι πιστεύκεις, έρκουνταν που ούλα τα χωρκά κοντά μου. Τζαι που τον Κορματζίτην ακόμα εφέρναν μας ελιές. Εξεκινούσαμεν δουλειά 25 του Οκτώβρη πολλές φορές τζαι εκλείαμεν 25 του Γεννάρη. Εν εσταματούσαμεν λεπτόν.

Ερ. Όταν παντρευτήκατε με την κυρία Γιαννούλα επήγατε να ζήσετε στην Πέτρα δηλαδή.

Ναι, επαντρευτήκαμεν, εχτίσαμεν το σπίτι μας στην Αγία Μαρίνα και εφύγαμεν. Αφού είχαμεν τη δουλειάν στην Πέτρα. Η γυναίκα μου ήταν η γραμματικός μας.

Ερ. Πόσο κόσμο είχε η Πέτρα τότε κύριε Γιώργο; Είχατε άλλους Μαρινιώτες εκεί;

Όχι. Μόνο η οικογένεια μας. Όμως όλοι μας αγαπούσαν. Δεν ξεχώριζαν κανένα. Η Πέτρα έφτασεν κάποτε μέχρι τις 2000 κόσμο αλλά όταν είμαστε εμείς είχεν περίπου 1200. Πολλοί εφεύγαν για να δουλέψουν στις δουλειές του Λεβέντη έξω. Ξέρετε ο Λεβέντης ήταν που την Πέτρα. Και άλλοι επηγαίναν στη Λευκωσία και τη Μόρφου για δουλειά.

Ερ. Όταν είχατε το ελαιοτριβείο δουλεύατε και στα φορτηγά;

Ναι οπωσδήποτε. Μαζί με το ελαιοτριβείο που η δουλειά ήταν για λίγους μήνες, είχα τζαι τα φορτηγά. Εν τω μεταξύ επροχώρησα τζαι αγόρασα και δεύτερο φορτηγό διότι επόλληνεν η δουλειά. Έκαμνα μεταφορές. Τσιακκίλια, άμμους, τούβλα, ξύλα οτιδήποτε εχρειάζετουν μεταφορά εκάμναμεν το. Το καλό μου ήταν πως ούλα τα χωρκά τζαμαί γυρόν έν είχαν φορτηγά. Η Πέτρα, το Καλόν Χωρκόν, ο Άης Γιώρκης, τα Κατύδατα, η Φλάσου ενείχαν φορτηγά. Κυρίως επειδή απασχολούνταν ούλοι με τις δουλειές της εταιρείας της CMC. Έτσι εν τους έφταννα ούλλους με έναν φορτηγόν, τζαι έπιασα δεύτερον το 1971. Πολλές φορές εσυνεργαζούμαστεν τζαι με τα αδέρφκια μου που τζαι τζείνοι είχαν φορτηγά. Εν τω μεταξύ στο χωρκόν, την Αγίαν Μαρίνα, ερκούμαστεν συχνά πκιον. Ήταν διαφορετική η ζωή από χωρκόν σε χωρκόν τότε. Στην Αγίαν Μαρίνα ο κόσμος εδιασκέδαζεν παραπάνω, είχαμεν τις γιορτές, τους γάμους. Στην Πέτρα ο κόσμος ήταν διαφορετικός. Ήταν διαφορετικά οργανωμένος. Ήταν παραπάνω του εμπορίου τζαι της συναλλαγής. Ήταν τζαι περισσότεροι. Στην Αγία Μαρίνα ερχόμαστε και για την εκκλησία φυσικά.

Ερ. Ο πόλεμος του 1974 που σας ήβρε κύριε Γιώργο;

Το 1974, την πρώτην εισβολή, είμασταν έτοιμοι να έρτουμεν στην Αγιάν Μαρίνα για να βαφτίσουμεν τον Μιχαλάκη. Επαραγγείλαμεν τζαι τα ποτά, ο κουμπάρος ήταν που το Αρκάτζιν, ήταν νάρτουν τζαι τζείνοι. Το πρωίν ακούμεν το ράδιον «Προσοχή προσοχή οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Κερύνεια». Εμείς δεν εξέραμεν που πόλεμον, εν το επήραμεν σοβαρά. Άφησαμεν το ράδιον τζαι εσυνέχισαμεν να ετοιμάσουμεν τα πράματα για τα βαφτίσια. Ύστερα το ράδιον εσυνέχιζεν να λαλεί τζαι τότε εκαταλάβαμεν ότι κάτι σοβαρόν εγίνετουν. Αρχικά είπαμεν να πάμεν στην Αγίαν Μαρίναν αλλά μετά εσκεφτήκαμεν, που ήτουν να πάμεν αφού ποτζί εγίνετουν ο πόλεμος. Εξεκινήσαμεν αλλά εστραφήκαμεν. Τζαι τελικά εβαφτίσαμεν τον δκυο μέρες πριν την δεύτερην εισβολή, πάλε στην Αγία Μαρίνα. Ο πάτερ Παύλος τον εβάφτισεν.

Ερ. Τα παιδιά που εγγενήθηκαν; Και οι τρεις στην Πέτρα;

Ο Μάριος ήταν πεντέμισυ χρονών όταν εφύαμεν. Τζαι ο Μιχαλάκης που ήτουν μωρόν χρονιόν. Ο Αιμίλιος εγεννήθην το 1977.

Ερ. Εφύγετε δηλαδή από την Πέτρα πρόσφυγες το 1974. Πού επήγατε;

Όταν εφύγαμεν επήαμεν κατ’ευθείαν στην Κυπερούντα. Τζι πάνω εξέραν με ούλλοι λόγω της δουλειάς μου με τα φορτηγά. Εφιλοξενήσαν μας ο φίλοςμου ο Χριστόδουλος Γεωργίου με την οικογένειαν του, εμακαρίστην σήμερα, μέσα στο σπίτι τους τα πλάσματα. Ήταν πολλά καλοί μαζίν μας.

Ερ. Εγνωρίζετε τι είχαν γίνει η υπόλοιπη οικογένεια και οι χωριανοί γενικότερα;

Με τους δικούς μου εγώ είχα επικοινωνίαν τζαι ήξερα που ήταν. Με την οικογένεια της γυναίκας μου όμως για πολλές μέρες δεν εξέραμεν που ήταν. Ούτε οι γονιοί της, ούτε τα αδέρφκια της που ήταν στον στρατό, ο Σολωμής τζαι ο Τάκης. Στες δεκαπέντε μέρες έμάθαμεν πως οι γονιοί της ήταν στο Ακούρδαλι. Τζαι ύστερα εβρεθήκασιν τζαι τα κοπέλια.

Ερ. Έφερες τζαι τα φορτηγά μαζί σου;

Το έναν έφερα το, το καινούργιον. Το άλλον άφησα το στον μύλον.

Ερ. Μετά την Κυπερούντα τι έγινε;

Εκάμαμεν έξη μήνες στην Κυπερούντα, ως που εμπήκεν ο χειμώνας. Ήταν πολλή κρυάδα τζιπάνω τζαι τα μωρά δεν μπορούσαν αρωστούσαν συνέχεια. Έτσι ύστερα ενοικιάσαμεν διαμέρισμα στον Άη Δεμέτην. Εμείναμεν στο διαμέρισμα σχεδόν ένα χρόνο, ως το καλοκαίριν τζαι μετά επήα πίσω στην Κυπερούντα πάλε επειδή είχα δουλειές με το φορτηγό. Τον Σεπτέβρην όμως ήταν που εφήαν οι Τούρτζοι που τον Κοτσιάτην τζαι επήαν εκάτσαν τζιπάνω πολλοί Μαρινιώτες. Είπαν μου να πάω τζαι γω να πιάσω σπίτι τζαι είχεν τζαι ελαιοτριβείον να το δουλέψω. Επροσπάθησα να πιάσω το ελαιοτριβείον αλλά αρνήθηκεν ο Έπαρχος. Ύστερα είχεν ελαιοτριβείο στον Κόρνο που ενοικιάζετουν, είχαν το κάτι γέροι, επήα τζικάτω τζαι εσυφφωνήσαμεν. Ήθελεν σάσματα πολλά, έσασα το τζαι εκόψαμεν τα που το ενοίκιο. Ως το 1979, τέσσερα χρόνια εδούλεψα το. Το 1979 εγόρασα το σπίτι τούτο δαπάνω στην Ανθούπολη, τούτο που είμαι ως τωρά. Ασχολούμουν με τες μεταφορές τζαι σιγά σιγά έχτισα το. Είχα τζαι το περβολούιν μου, ήμουν μια χαρά. Έπρεπεν να δουλέψουμεν να ζήσουμεν την οικογένεια. Τζαι δόξα σοι ο Θεός, τα ρυάλια εν τα ελείφτηκα ποττέ. Ο Θεός έστελλεν.

Ερ. Τότε δεν είχεν ακόμα οργανωμένην ενορία στην Ανθούπολη.

Δεν είχαμεν τίποτε τότε. Εκκλησίαν επηγαίνναμεν κάτω στην Πόρτα της Πάφου ή στον Κοτσιάτη. Ο πάτερ Αντρέας ελουτουρκούσεν μέσα στο σπίτι μας στον Κοτσιάτην τότες.

Ερ. Και το 1995 αρρώστησες κύριε Γιώργο;

Ναι, το 95 αρρώστησα. Έκαμα εγχείρηση στο Λίβανο τζαι πολεμώ το που τότε.

Ερ. Πότε ξεκίνησες να γράφεις;

Το 2007. Που μιτσής αρέσκαν μου τα ποιήματα. Ελάλουν τους γονιούς μου τότε που επηγαίναν στα παναΰρκα, άμαν έβρισκαν ποιήματα τζαι τραούδκια που εγράφαν τότε οι ποιητάρηδες να μου φέρνουν. Σχολείον επήα στην Πέτρα ως την έκτην του δημοτικού. Εφέρναν μου εδκιάβαζα τα τζαι εμάθαννα τα πόξω. Αρέσκαν μου πολλά τα τραούδκια τα παλιά, τζαι άρεσκεν μου να τα λαλώ.

Ερ. Έγραψες για όλους και για όλα απ ότι είδαμε στο βιβλίο σου κύριε Γιώργο. Για τα χωριά μας, για την Κύπρο, για την αγάπη, τον έρωτα. Το ποίημα «η Γή που με ανάγιωσεν» για ποιον το έγραψες; Για την Αγία Μαρίνα ή την Πέτρα;

Η γη που λέει το ποίημαν δεν είναι ούτε της Αγίας Μαρίνας ούτε της Πέτρας. Είναι η γη της Κύπρου. Που μιαν άκρη ως άλλην. Διότι όπου επήγαιννα με τα φορτηγά, ήταν γη δική μου. Φυσικά ετράβαν με παραπάνω το χωρκόν μου εμέναν όμως, η Αγία Μαρίνα. Διότι τζικάτω ετραούδουν, εδιασκεδάζαμεν, ήταν ούλλοι καλοφωνάρηες, είχαμεν οφτά τζαι ποούλλα.

Ερ. Τι νομίζεις, εννα πάμεν καμιάν φοράν στην Αγία Μαρίνα κύριε Γιώργο; Θα τα καταφέρουμε;

Εμένα η πίστη μου η δύναμη μου, μου λαλεί ότι εν να πάμεν. Ως που ζω, έχω ελπίδες ότι εν να πάω. Φτάνει όμως οι αρχές μας να είναι πιο δραστήριοι, πιο ενεργητικοί, ο Αρχιεπίσκοπος τζαι ο Εκπρόσωπος να επιμένουν παραπάνω. Φτάννει να το πιστέψουν.

Ερ. Πιστεύεις ότι αν οι Τούρκοι επιτρέψουν να πάμε στην Αγία Μαρίνα, ο κόσμος θα πάει;

Πιστέυκω ότι εννά πάει ο κόσμος ναι. Κυρίως θα παν να κτίσουν σιγά σιγά κάτι για να μινήσκουν για νάν στο χωρκόν με τους άλλους χωρκανούς ώσπου να μπορέσουν να φύουν που τζαμαί που είναι τωρά τζαι να πάσιν να κτίσουν σπίδκια στο χωρκόν. Εγώ όπως είμαι, εν να σάσω το σπίτιν μου τζαι εννά πάω. Άμα δεν επιμένουμε να πάμε στα σπίδκια μας εμείς οι ίδιοι, ποιος εν να επιμένει; Οι ξένοι;

Ερ. Και τι θα συμβουλέψουμεν τα παιδιά και τους νέους κύριε Γιώργο;

Να επιμένουν μέχρι την εσχάτη για να πάμε στο χωρκόν μας. Εμεγαλώσαμεν τα παιδκιά μας τζαι εμάθαμεν τους να έχουν πίστη τζαι να αγαπούν τα χωρκά μας τζαι τες εκκλησιές μας. Ούλα εξαρτούνται που τους γονιούς. Αν ο γονιός εν αδιάφορος, εννάν τζαι το παιδίν αδιάφορον. Αν ο γονιός ενδιαφέρεται, εν να ενδιαφέρεται τζαι το παιδίν.

Η ΓΗ ΠΟΥ ΜΕ ΑΝΑΓΙΩΣΕ

Τη γη που με ανάγιωσε
Την βλέπω και δακρύζω
Τα δάκρυα μου τρέχουσι
Τη γη χαμαί ποτίζω

Ο πόνος μου είναι βαρύς
Ραγίζει η καρδιά μου
Εκεί όπου γεννήθηκα
Στα σπίτια τα δικά μου

Το σπίτι μου το πατρικό
και δίπλα το δικό μου
όταν πηγαίνω να τα δω
χάνω το λογικό μου

Θεέ μου γιατί δέχτηκες
Τούτην την αδικία
Άραγε φταίμε και εμείς
Ποια είναι η αιτία

Τα χρόνια είναι αρκετά
στην προσφυγιά που ζούμε
Θεέ μου δίκασε σωστά
Πίσω για να στραφούμε

Όταν στραφούμε στα χωρκά
Στα σπίτια μας να πάμε
Για να σαστούν οι εκκλησιές
Να παίξουν οι καμπάνες.

- Advertisement -